σκληρίζω
•
- λαϊκότροποτσιρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκληρίζω < στριγκλίζω (με παρετυμολόγηση από το επίθετο σκληρός )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκληρίζω | σκληρίζεις | σκληρίζει | σκληρίζουμε | σκληρίζετε | σκληρίζουν / σκληρίζουνε |
| Παρατατικός | σκλήριζα | σκλήριζες | σκλήριζε | σκληρίζαμε | σκληρίζατε | σκλήριζαν / σκληρίζαν / σκληρίζανε |
| Αόριστος | σκλήρισα | σκλήρισες | σκλήρισε | σκληρίσαμε | σκληρίσατε | σκλήρισαν / σκληρίσαν / σκληρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σκληρίζω / θα σκληρίσω | θα σκληρίζεις / θα σκληρίσεις | θα σκληρίζει / θα σκληρίσει | θα σκληρίζουμε / θα σκληρίσουμε | θα σκληρίζετε / θα σκληρίσετε | θα σκληρίζουν / θα σκληρίζουνε / θα σκληρίσουν / θα σκληρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκληρίσει | έχεις σκληρίσει | έχει σκληρίσει | έχουμε σκληρίσει | έχετε σκληρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκληρίσει | είχες σκληρίσει | είχε σκληρίσει | είχαμε σκληρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκληρίσει / να σκληρίζω / να σκληρίσω | να έχεις σκληρίσει / να σκληρίζεις / να σκληρίσεις | να έχει σκληρίσει / να σκληρίζει / να σκληρίσει | να έχουμε σκληρίσει / να σκληρίζουμε / να σκληρίσουμε | να έχετε σκληρίσει / να σκληρίζετε / να σκληρίσετε | να σκληρίζουν / να σκληρίζουνε / να σκληρίσουν / να σκληρίσουνε |
| Προστακτική | — | σκλήριζε / σκλήρισε | — | — | σκληρίζετε / σκληρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →