Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκληριά

/skliɾˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκληρίζω, τσίριγμα, τσιρίδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκληριά < σκληρ(ίζω) + -ιά, με (παρετυμολόγηση) από το επίθετο σκληρός. Δείτε και σκληρίζω, < πιθανόν στριγγλίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκληριάσκληριές
Γενικήσκληριάςσκληριών
Αιτιατικήσκληριάσκληριές
Κλητικήσκληριάσκληριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σκληρία

/skliˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήσκληρότητα, σκλήρυνση οργάνου ή περιοχής του σώματος Βικιλεξικό
    • Η αρτηριακή σκληρία (arterial stiffness) αποτελεί πρώιμο δείκτη λειτουργικών και μορφολογικών αλλοιώσεων του τοιχώματος των αρτηριών και θεωρείται σήμερα προγνωστικός δείκτης καρδιαγγειακών συμβαμάτων (Επίδραση των στατινών στην αρτηριακή σκληρία, Ελληνική Επιθεώρηση Αθηροσκλήρωσης 4(3):158–163 https://web.archive.org/web/20240616051514/https://atherosclerosis.gr/wp-content/uploads/2013/11/per_4-3_2_ReviewEMitsiou_2013_4_3_158.pdf)

Ετυμολογία

σκληρία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκληρία. Δε σχετίζεται ετυμολογικά με το σκληριά.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκληρίασκληρίες
Γενικήσκληρίαςσκληριών
Αιτιατικήσκληρίασκληρίες
Κλητικήσκληρίασκληρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →