σκληριά
•
- λαϊκότροποη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκληρίζω, τσίριγμα, τσιρίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκληριά < σκληρ(ίζω) + -ιά, με (παρετυμολόγηση) από το επίθετο σκληρός. Δείτε και σκληρίζω, < πιθανόν στριγγλίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκληριά | σκληριές |
| Γενική | σκληριάς | σκληριών |
| Αιτιατική | σκληριά | σκληριές |
| Κλητική | σκληριά | σκληριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →