σκοπιά
•
- η εποπτική θέση παρατήρησης, φύλαξης και φρούρησης μιας συγκεκριμένης περιοχής ή χώρου Βικιλεξικό
- ο σχετικός χώρος που στέκεται ο σκοπός, ο φρουρός Βικιλεξικό
- η υπηρεσία του σκοπού, η φρούρηση Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο σκοπός, ο φρουρός Βικιλεξικό
- μεταφορικάη οπτική γωνία, η φιλοσοφική, πολιτική κ.ά. πλευρά ή θέση απ’ την οποία κάποιος βλέπει και προσεγγίζει τα πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοπιά < αρχαία ελληνική σκοπιά < σκοπός < σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοπιά | σκοπιές |
| Γενική | σκοπιάς | σκοπιών |
| Αιτιατική | σκοπιά | σκοπιές |
| Κλητική | σκοπιά | σκοπιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →