σκορπίζομαι
•
- για ανθρώπουςλειτουργώ χωρίς πρόγραμμα και στοχοπροσήλωση, διασκορπίζω την ενέργειά μου Βικιλεξικό
- Το ξέρω ότι σκορπίζομαι, αλλά βαριέμαι εύκολα
- σκορπίζομαι, διανέμομαι σκόρπια, χωρίς συγκεκριμένο στόχο Βικιλεξικό
- Η τέφρα σκορπίστηκε στο Αιγαίο
- Τα χρήματα δεν πρέπει να σκορπίζονται έτσι επιπόλαια
Ετυμολογία
σκορπίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος σκορπίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκορπίζομαι | σκορπίζεσαι | σκορπίζεται | σκορπιζόμαστε | σκορπίζεστε | σκορπίζονται |
| Παρατατικός | σκορπιζόμουν / σκορπιζόμουνα | σκορπιζόσουν / σκορπιζόσουνα | σκορπιζόταν / σκορπιζότανε | σκορπιζόμασταν / σκορπιζόμαστε | σκορπιζόσασταν / σκορπιζόσαστε | σκορπίζονταν / σκορπιζόντουσαν |
| Αόριστος | σκορπίστηκα | σκορπίστηκες | σκορπίστηκε | σκορπιστήκαμε | σκορπιστήκατε | σκορπίστηκαν / σκορπιστήκαν / σκορπιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα σκορπίζομαι / θα σκορπιστώ | θα σκορπίζεσαι / θα σκορπιστείς | θα σκορπίζεται / θα σκορπιστεί | θα σκορπιζόμαστε / θα σκορπιστούμε | θα σκορπίζεστε / θα σκορπιστείτε | θα σκορπίζονται / θα σκορπιστούν / θα σκορπιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκορπιστεί | έχεις σκορπιστεί | έχει σκορπιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκορπιστεί | είχες σκορπιστεί | είχε σκορπιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκορπιστεί / να σκορπίζομαι / να σκορπιστώ | να έχεις σκορπιστεί / να σκορπίζεσαι / να σκορπιστείς | να έχει σκορπιστεί / να σκορπίζεται / να σκορπιστεί | να σκορπιζόμαστε / να σκορπιστούμε | να σκορπίζεστε / να σκορπιστείτε | να σκορπίζονται / να σκορπιστούν / να σκορπιστούνε |
| Προστακτική | — | σκορπίζου / σκορπίσου | — | — | σκορπίζεστε / σκορπιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →