σκορπιός
•
- ζώομικρό αρθρόποδο που συγγενεύει με την αράχνη και ζει στα θερμά κλίματα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι τα δύο εμπρόσθια άκρα, που έχουν σχήμα τανάλιας, και η μεγάλη αρθρωτή ουρά με δηλητηριώδες κεντρί στην άκρη της Βικιλεξικό
- ιχθυολογίαψάρι που συγγενεύει με τη σκορπίνα, αλλά έχει μικρότερο μέγεθος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος δηκτικός και πικρόχολος Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςδοκάρι υψηλής αντοχής του σκελετού των πλοίων από ξύλο ή σίδερο Βικιλεξικό
- οπλισμός) μικρή πολεμική μηχανή που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι και έμοιαζε με βαλλίστρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκορπιός < αρχαία ελληνική σκορπίος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκορπιός | σκορπιοί |
| Γενική | σκορπιού | σκορπιών |
| Αιτιατική | σκορπιό | σκορπιούς |
| Κλητική | σκορπιέ | σκορπιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →