σκορπίζω
•
- ρίχνω, τοποθετώ ή πετάω σε διάφορες τυχαίες διευθύνσεις ή θέσεις κάποια αντικείμενα Βικιλεξικό
- Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέπας, και μπλέκονται με άλλα ώσπου σχηματίζουν τεράστιες κινούμενες σφαίρες, σαν γιγάντια χνούδια». (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Ετυμολογία
σκορπίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκορπίζω < σκορπίος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκορπίζω | σκορπίζεις | σκορπίζει | σκορπίζουμε | σκορπίζετε | σκορπίζουν / σκορπίζουνε |
| Παρατατικός | σκόρπιζα | σκόρπιζες | σκόρπιζε | σκορπίζαμε | σκορπίζατε | σκορπίζαν / σκορπίζανε / σκόρπιζαν |
| Αόριστος | σκόρπισα | σκόρπισες | σκόρπισε | σκορπίσαμε | σκορπίσατε | σκορπίσαν / σκορπίσανε / σκόρπισαν |
| Μέλλοντας | θα σκορπίζω / θα σκορπίσω | θα σκορπίζεις / θα σκορπίσεις | θα σκορπίζει / θα σκορπίσει | θα σκορπίζουμε / θα σκορπίσουμε | θα σκορπίζετε / θα σκορπίσετε | θα σκορπίζουν / θα σκορπίζουνε / θα σκορπίσουν / θα σκορπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκορπίσει | έχεις σκορπίσει | έχει σκορπίσει | έχουμε σκορπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκορπίσει | είχες σκορπίσει | είχε σκορπίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκορπίσει / να σκορπίζω / να σκορπίσω | να έχεις σκορπίσει / να σκορπίζεις / να σκορπίσεις | να έχει σκορπίσει / να σκορπίζει / να σκορπίσει | να έχουμε σκορπίσει / να σκορπίζουμε / να σκορπίσουμε | να σκορπίζετε / να σκορπίσετε | να σκορπίζουν / να σκορπίζουνε / να σκορπίσουν / να σκορπίσουνε |
| Προστακτική | — | σκόρπιζε / σκόρπισε | — | — | σκορπίζετε / σκορπίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκορπίστηκασκορπίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →