σκοτώνω
•
- σταματάω, αφαιρώ τη ζωή κάποιου, θανατώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του Βικιλεξικό
- οικείογράφω κάτι κάνοντας σοβαρό ορθογραφικό λάθος Βικιλεξικό
- Έγραψες το "παιδί" με έψιλον; Τη σκότωσες τη λέξη!
- μεταφορικάχτυπάω σοβαρά ή δυνατά Βικιλεξικό
- Σκόνταψα στο σκαλοπάτι και σκοτώθηκα! Φέρε πάγο!
Ετυμολογία
σκοτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκοτώνω < σκοτῶ < αρχαία ελληνική σκοτόω < σκότος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκοτώνω | σκοτώνεις | σκοτώνει | σκοτώνουμε | σκοτώνετε | σκοτώνουν / σκοτώνουνε |
| Παρατατικός | σκότωνα | σκότωνες | σκότωνε | σκοτώναμε | σκοτώνατε | σκοτώναν / σκοτώνανε / σκότωναν |
| Αόριστος | σκότωσα | σκότωσες | σκότωσε | σκοτώσαμε | σκοτώσατε | σκοτώσαν / σκοτώσανε / σκότωσαν |
| Μέλλοντας | θα σκοτώνω / θα σκοτώσω | θα σκοτώνεις / θα σκοτώσεις | θα σκοτώνει / θα σκοτώσει | θα σκοτώνουμε / θα σκοτώσουμε | θα σκοτώνετε / θα σκοτώσετε | θα σκοτώνουν / θα σκοτώνουνε / θα σκοτώσουν / θα σκοτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκοτώσει | έχεις σκοτώσει | έχει σκοτώσει | έχουμε σκοτώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκοτώσει | είχες σκοτώσει | είχε σκοτώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκοτώσει / να σκοτώνω / να σκοτώσω | να έχεις σκοτώσει / να σκοτώνεις / να σκοτώσεις | να έχει σκοτώσει / να σκοτώνει / να σκοτώσει | να έχουμε σκοτώσει / να σκοτώνουμε / να σκοτώσουμε | να σκοτώνετε / να σκοτώσετε | να σκοτώνουν / να σκοτώνουνε / να σκοτώσουν / να σκοτώσουνε |
| Προστακτική | — | σκότωνε / σκότωσε | — | — | σκοτώνετε / σκοτώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκοτώθηκασκοτώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →