κατασκοτώνω
•
- χτυπώ άσχημα ή πολύ κάποιον Βικιλεξικό
- παθητική φωνή κατασκοτώνομαι: (μεταφορικά) κατακουράζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασκοτώνω < μεσαιωνική ελληνική κατασκοτώνω < κατά + σκοτώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασκοτώνω | κατασκοτώνεις | κατασκοτώνει | κατασκοτώνουμε | κατασκοτώνετε | κατασκοτώνουν / κατασκοτώνουνε |
| Παρατατικός | κατασκότωνα | κατασκότωνες | κατασκότωνε | κατασκοτώναμε | κατασκοτώνατε | κατασκοτώναν / κατασκοτώνανε / κατασκότωναν |
| Αόριστος | κατασκότωσα | κατασκότωσες | κατασκότωσε | κατασκοτώσαμε | κατασκοτώσατε | κατασκοτώσαν / κατασκοτώσανε / κατασκότωσαν |
| Μέλλοντας | θα κατασκοτώνω / θα κατασκοτώσω | θα κατασκοτώνεις / θα κατασκοτώσεις | θα κατασκοτώνει / θα κατασκοτώσει | θα κατασκοτώνουμε / θα κατασκοτώσουμε | θα κατασκοτώνετε / θα κατασκοτώσετε | θα κατασκοτώνουν / θα κατασκοτώνουνε / θα κατασκοτώσουν / θα κατασκοτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασκοτώσει | έχεις κατασκοτώσει | έχει κατασκοτώσει | έχουμε κατασκοτώσει | έχετε κατασκοτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασκοτώσει | είχες κατασκοτώσει | είχε κατασκοτώσει | είχαμε κατασκοτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασκοτώσει / να κατασκοτώνω / να κατασκοτώσω | να έχεις κατασκοτώσει / να κατασκοτώνεις / να κατασκοτώσεις | να έχει κατασκοτώσει / να κατασκοτώνει / να κατασκοτώσει | να έχουμε κατασκοτώσει / να κατασκοτώνουμε / να κατασκοτώσουμε | να έχετε κατασκοτώσει / να κατασκοτώνετε / να κατασκοτώσετε | να κατασκοτώνουν / να κατασκοτώνουνε / να κατασκοτώσουν / να κατασκοτώσουνε |
| Προστακτική | — | κατασκότωνε / κατασκότωσε | — | — | κατασκοτώνετε / κατασκοτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →