σκουπόσπορος
•
- βοτανικήο σπόρος του σκουπόχορτου ή αλλιώς σκούπας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκουπόσπορος < σκούπ(α) στη σημασία: το φυτό σκουπόχορτο + -ό- + σπόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκουπόσπορος | σκουπόσποροι |
| Γενική | σκουπόσπορου | σκουπόσπορων |
| Αιτιατική | σκουπόσπορο | σκουπόσπορους |
| Κλητική | σκουπόσπορε | σκουπόσποροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →