σκούπα
•
- μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπράξη που επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε μεγάλη έκταση Βικιλεξικό
- Θα πέσει σκούπα σε όλα τα παλιοπράγματα που μαζεύτηκαν στο σαλόνι.
- Ποια μέτρα περιλαμβάνει το νομοσχέδιο «σκούπα» που κατατίθεται στη Βουλή (Εφημερίδα Το Βήμα, 25/4/2013)
- μεταφορικάμαζικές συλλήψεις από την αστυνομία Βικιλεξικό
- επιχείρηση σκούπα
- φυτόσυνώνυμο του σκουπόχορτο Βικιλεξικό
- ποδοσφαιρικήο αμυντικός παίχτης που αναλαμβάνει διάφορους ρόλους σε ποικίλες θέσεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- αθλητισμόςη ολοκληρωτική νίκη μιας ομάδας ή αθλητή σε διαδοχικές αναμετρήσεις με τον ίδιο αντίπαλο, χωρίς καμία ήττα ή ισοπαλία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκούπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκούπα, σκοῦπᾰ < λατινική scōpa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκούπα | σκούπες |
| Γενική | σκούπας | σκουπών |
| Αιτιατική | σκούπα | σκούπες |
| Κλητική | σκούπα | σκούπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →