Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκούπα

/ˈsku.pa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπράξη που επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε μεγάλη έκταση Βικιλεξικό
    • Θα πέσει σκούπα σε όλα τα παλιοπράγματα που μαζεύτηκαν στο σαλόνι.
    • Ποια μέτρα περιλαμβάνει το νομοσχέδιο «σκούπα» που κατατίθεται στη Βουλή (Εφημερίδα Το Βήμα, 25/4/2013)
  3. μεταφορικάμαζικές συλλήψεις από την αστυνομία Βικιλεξικό
    • επιχείρηση σκούπα
  4. φυτόσυνώνυμο του σκουπόχορτο Βικιλεξικό
  5. ποδοσφαιρικήο αμυντικός παίχτης που αναλαμβάνει διάφορους ρόλους σε ποικίλες θέσεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
  6. αθλητισμόςη ολοκληρωτική νίκη μιας ομάδας ή αθλητή σε διαδοχικές αναμετρήσεις με τον ίδιο αντίπαλο, χωρίς καμία ήττα ή ισοπαλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκούπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκούπα, σκοῦπᾰ < λατινική scōpa

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκούπασκούπες
Γενικήσκούπαςσκουπών
Αιτιατικήσκούπασκούπες
Κλητικήσκούπασκούπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →