Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκούντημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκουντώ Βικιλεξικό
    • Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)

Ετυμολογία

σκούντημα < σκουντώ + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκούντημασκουντήματα
Γενικήσκουντήματοςσκουντημάτων
Αιτιατικήσκούντημασκουντήματα
Κλητικήσκούντημασκουντήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →