σπρώξιμο
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάη πράξη ή το αποτέλεσμα του σπρώχνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπρώξιμο < (σπρώχνω) σπρωξ- + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπρώξιμο | σπρωξίματα |
| Γενική | σπρωξίματος | σπρωξιμάτων |
| Αιτιατική | σπρώξιμο | σπρωξίματα |
| Κλητική | σπρώξιμο | σπρωξίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →