Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκυλίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με σκύλο, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτόν ή του ταιριάζει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου τον χαρακτηρίζουν οι κακουχίες και ταλαιπωρίες Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσκληρός και ανθεκτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκυλίσιος < σκύλος + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκυλίσιοςσκυλίσιασκυλίσιο
Γενικήσκυλίσιουσκυλίσιαςσκυλίσιου
Αιτιατικήσκυλίσιοσκυλίσιασκυλίσιο
Κλητικήσκυλίσιεσκυλίσιασκυλίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκυλίσιοισκυλίσιεςσκυλίσια
Γενικήσκυλίσιωνσκυλίσιωνσκυλίσιων
Αιτιατικήσκυλίσιουςσκυλίσιεςσκυλίσια
Κλητικήσκυλίσιοισκυλίσιεςσκυλίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →