σκυλίσιος
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με σκύλο, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτόν ή του ταιριάζει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου τον χαρακτηρίζουν οι κακουχίες και ταλαιπωρίες Βικιλεξικό
- μεταφορικάσκληρός και ανθεκτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκυλίσιος < σκύλος + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκυλίσιος | σκυλίσια | σκυλίσιο |
| Γενική | σκυλίσιου | σκυλίσιας | σκυλίσιου |
| Αιτιατική | σκυλίσιο | σκυλίσια | σκυλίσιο |
| Κλητική | σκυλίσιε | σκυλίσια | σκυλίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκυλίσιοι | σκυλίσιες | σκυλίσια |
| Γενική | σκυλίσιων | σκυλίσιων | σκυλίσιων |
| Αιτιατική | σκυλίσιους | σκυλίσιες | σκυλίσια |
| Κλητική | σκυλίσιοι | σκυλίσιες | σκυλίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →