σκύλος
•
- θηλαστικό ζώοσαρκοβόρο κατοικίδιο θηλαστικό που ομοιάζει με το λύκο. Βικιλεξικό
- Το θηλυκό του σκύλου ονομάζεται σκύλα και το μικρό του σκυλάκι ή κουτάβι.
- ο σκύλος γαβγίζει
- Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)
- ναυτική αργκότο σκυλόψαρο ή καρχαρίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάκακός άνθρωπος, σκληρόκαρδος Βικιλεξικό
- μεταφορικάσκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκύλος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκύλος < αρχαία ελληνική σκύλαξ (κουτάβι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκύλος | σκύλοι |
| Γενική | σκύλου | σκύλων |
| Αιτιατική | σκύλο | σκύλους |
| Κλητική | σκύλε | σκύλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →