σκυμμένος
•
- που έχει σκύψει Βικιλεξικό
- ο συνεπιβάτης του γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω και υψώνει το βλέμμα προς το μέρος του. Ο Αμεδαίος όμως είναι πάντα τελείως αόρατος. Ο συνεπιβάτης του είναι αδύνατο να τον δει όπως στέκεται τώρα σκυμμένος (Αλέξανδρος Σχοινάς, Αναφορά Περιπτώσεων, εκ.δ Πρόοδος, 1989, σελ. 396)
Ετυμολογία
σκυμμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου σκύβω
Άλλοι τύποι
σκυμμένασκυμμένεσκυμμένεςσκυμμένησκυμμένηςσκυμμένοσκυμμένοισκυμμένοςσκυμμένουσκυμμένουςσκυμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →