σκύβω
•
- κλίνω το σώμα μου μπροστά, γέρνω προς τα κάτω Βικιλεξικό
- Με πονάει η μέση μου και δεν μπορώ να σκύβω. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)
- μεταφορικάενδιαφέρομαι και ασχολούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκύβω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκύ(φτω) με μεταπλασμό σε -βω < σκύπτω < αρχαία ελληνική κύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *keu(b)- (στρέφω, κάμπτω, σκύβω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκύβω | σκύβεις | σκύβει | σκύβουμε | σκύβετε | σκύβουν / σκύβουνε |
| Παρατατικός | έσκυβα | έσκυβες | έσκυβε | σκύβαμε | σκύβατε | έσκυβαν / σκύβαν / σκύβανε |
| Αόριστος | έσκυψα | έσκυψες | έσκυψε | σκύψαμε | σκύψατε | έσκυψαν / σκύψαν / σκύψανε |
| Μέλλοντας | θα σκύβω / θα σκύψω | θα σκύβεις / θα σκύψεις | θα σκύβει / θα σκύψει | θα σκύβουμε / θα σκύψουμε | θα σκύβετε / θα σκύψετε | θα σκύβουν / θα σκύβουνε / θα σκύψουν / θα σκύψουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκύψει | έχεις σκύψει | έχει σκύψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκύψει | είχες σκύψει | είχε σκύψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκύψει / να σκύβω / να σκύψω | να έχεις σκύψει / να σκύβεις / να σκύψεις | να έχει σκύψει / να σκύβει / να σκύψει | να σκύβουμε / να σκύψουμε | να σκύβετε / να σκύψετε | να σκύβουν / να σκύβουνε / να σκύψουν / να σκύψουνε |
| Προστακτική | — | έχε σκυμμένο / σκύβε / σκύψε | — | — | σκύβετε / σκύψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →