Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σμιλεύω

ρήμα
•
  1. δουλεύω με τη σμίλη γλύφοντας κάποιο υλικό (μάρμαρο, πέτρα κ.λπ.) και δίνοντάς του μια μορφή (άγαλμα, ειδώλιο κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρωμα υέλια στα θελκτικά τους μικροτεχνήματα (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχοΐας, 1995, σελ. 85)
  2. μεταφορικάδιαμορφώνω πχ. την προσωπικότητα ενός ανθρώπου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγυμνάζω και γραμμώνω κάποιο σώμα, κορμί κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σμιλεύω < ελληνιστική κοινή σμιλεύω / σμιλεύομαι < αρχαία ελληνική σμίλη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσμιλεύωσμιλεύειςσμιλεύεισμιλεύουμεσμιλεύετεσμιλεύουν / σμιλεύουνε
Παρατατικόςσμίλευασμίλευεςσμίλευεσμιλεύαμεσμιλεύατεσμίλευαν / σμιλεύαν / σμιλεύανε
Αόριστοςσμίλεψασμίλεψεςσμίλεψεσμιλέψαμεσμιλέψατεσμίλεψαν / σμιλέψαν / σμιλέψανε
Μέλλονταςθα σμιλέψω / θα σμιλεύωθα σμιλέψεις / θα σμιλεύειςθα σμιλέψει / θα σμιλεύειθα σμιλέψουμε / θα σμιλεύουμεθα σμιλέψετε / θα σμιλεύετεθα σμιλέψουν / θα σμιλέψουνε / θα σμιλεύουν / θα σμιλεύουνε
Παρακείμενοςέχω σμιλέψειέχεις σμιλέψειέχει σμιλέψειέχουμε σμιλέψειέχετε σμιλέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα σμιλέψειείχες σμιλέψειείχε σμιλέψειείχαμε σμιλέψει——
Υποτακτικήνα έχω σμιλέψει / να σμιλέψω / να σμιλεύωνα έχεις σμιλέψει / να σμιλέψεις / να σμιλεύειςνα έχει σμιλέψει / να σμιλέψει / να σμιλεύεινα έχουμε σμιλέψει / να σμιλέψουμε / να σμιλεύουμενα έχετε σμιλέψει / να σμιλέψετε / να σμιλεύετενα σμιλέψουν / να σμιλέψουνε / να σμιλεύουν / να σμιλεύουνε
Προστακτική—σμίλευε / σμίλεψε——σμιλέψτε / σμιλεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →