Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σμύριδα

/ˈzmi.ɾi.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ορυκτολογίαείδος σκληρού ορυκτού που εξάγεται και στη Νάξο και χρησιμοποιείται για τη λείανση επιφανειών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σμύριδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σμύρις από την αιτιατική ενικού «τὴν σμύριδα» : Δε συνδέεται με τις αρχαίες ελληνικές λέξεις μύρον, ή σμήω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσμύριδασμύριδες
Γενικήσμύριδαςσμυρίδων
Αιτιατικήσμύριδασμύριδες
Κλητικήσμύριδασμύριδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →