σοκολάτα
•
- γαστρονομίαζαχαροπλαστικό προϊόν που παρασκευάζεται από αλεσμένους σπόρους κακάο, οι οποίοι πρώτα έχουν καβουρντιστεί και αποφλοιωθεί Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάσυμπαγές γλύκισμα που έχει βάση ή επίστρωση το παραπάνω προϊόν. Συχνά, περιέχει γάλα, ζάχαρη, ξηρούς καρπούς κ.λπ. Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάγαρνιτούρα ή γέμιση από το παραπάνω προϊόν Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάρόφημα που παρασκευάζεται με το παραπάνω προϊόν, διαλύοντάς το σε νερό με ζάχαρη ή γάλα, και που πίνεται ζεστό ή κρύο Βικιλεξικό
- Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)
- οικείοτο χασίσι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοκολάτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική chocolat < ιταλική cioccolata < ισπανική chocolate < νάουατλ chocolātl < xococ (πικρός) + ātl (νερό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σοκολάτα | σοκολάτες |
| Γενική | σοκολάτας | σοκολατών |
| Αιτιατική | σοκολάτα | σοκολάτες |
| Κλητική | σοκολάτα | σοκολάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →