Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοκολάτα

/so.koˈla.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίαζαχαροπλαστικό προϊόν που παρασκευάζεται από αλεσμένους σπόρους κακάο, οι οποίοι πρώτα έχουν καβουρντιστεί και αποφλοιωθεί Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάσυμπαγές γλύκισμα που έχει βάση ή επίστρωση το παραπάνω προϊόν. Συχνά, περιέχει γάλα, ζάχαρη, ξηρούς καρπούς κ.λπ. Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάγαρνιτούρα ή γέμιση από το παραπάνω προϊόν Βικιλεξικό
  4. συνεκδοχικάρόφημα που παρασκευάζεται με το παραπάνω προϊόν, διαλύοντάς το σε νερό με ζάχαρη ή γάλα, και που πίνεται ζεστό ή κρύο Βικιλεξικό
    • Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)
  5. οικείοτο χασίσι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοκολάτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική chocolat < ιταλική cioccolata < ισπανική chocolate < νάουατλ chocolātl < xococ (πικρός) + ātl (νερό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσοκολάτασοκολάτες
Γενικήσοκολάταςσοκολατών
Αιτιατικήσοκολάτασοκολάτες
Κλητικήσοκολάτασοκολάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →