Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σολιψιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σολιψισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σολιψιστικός < γαλλική solipsiste < λατινική solus + ipse

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσολιψιστικόςσολιψιστικήσολιψιστικό
Γενικήσολιψιστικούσολιψιστικήςσολιψιστικού
Αιτιατικήσολιψιστικόσολιψιστικήσολιψιστικό
Κλητικήσολιψιστικέσολιψιστικήσολιψιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσολιψιστικοίσολιψιστικέςσολιψιστικά
Γενικήσολιψιστικώνσολιψιστικώνσολιψιστικών
Αιτιατικήσολιψιστικούςσολιψιστικέςσολιψιστικά
Κλητικήσολιψιστικοίσολιψιστικέςσολιψιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →