σολιψιστικός
•
- που έχει σχέση με τον σολιψισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σολιψιστικός < γαλλική solipsiste < λατινική solus + ipse
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σολιψιστικός | σολιψιστική | σολιψιστικό |
| Γενική | σολιψιστικού | σολιψιστικής | σολιψιστικού |
| Αιτιατική | σολιψιστικό | σολιψιστική | σολιψιστικό |
| Κλητική | σολιψιστικέ | σολιψιστική | σολιψιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σολιψιστικοί | σολιψιστικές | σολιψιστικά |
| Γενική | σολιψιστικών | σολιψιστικών | σολιψιστικών |
| Αιτιατική | σολιψιστικούς | σολιψιστικές | σολιψιστικά |
| Κλητική | σολιψιστικοί | σολιψιστικές | σολιψιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →