Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σολιψισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαφιλοσοφική / επιστημολογική θεωρία σύμφωνα με την οποία το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε (με βεβαιότητα) είναι η προσωπική μας αντίληψη / συνείδηση. Ο εξωτερικός κόσμος -που μπορεί να μην είναι καν υπαρκτός- δεν είναι προσβάσιμος από τη γνώση μας (δε μπορεί δηλ. να γίνει κτήμα της). Βικιλεξικό
  2. θρησκείαμεταφυσική πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι δημιούργημα μόνο του μυαλού του καθενός ανθρώπου. Άρα δεν υπάρχει τίποτα έξω από τη σκέψη μας. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σολιψισμός < (άμεσο δάνειο) γαλλική solipsisme < λατινική solus (μόνος) + ipse (ο ίδιος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσολιψισμόςσολιψισμοί
Γενικήσολιψισμούσολιψισμών
Αιτιατικήσολιψισμόσολιψισμούς
Κλητικήσολιψισμέσολιψισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →