Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σολοικισμός

/so.li.ciˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το συντακτικό ή εκφραστικό λάθος, η λανθασμένη χρησιμοποίηση συντακτικών μορφών της γλώσσας στον προφορικό ή το γραπτό λόγο Βικιλεξικό
    • παραδείγματα σολοικισμού: *«όσο αναφορά» το θέμα αυτό - αντί: όσον αφορά το θέμα αυτό, *«υπέρ του μηδενός» αντί: πάνω από το μηδέν
    • βαρβαρισμός αφορά λανθασμένες μορφές της γλώσσας, πχ. : Το αρεοπλάνο.

Ετυμολογία

σολοικισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σολοικισμός < σολοικίζω < σόλοικος < Σόλοι, πόλη της Κιλικίας, όπου η ελληνική μιλιόταν με ξένες επιδράσεις και παραφθαρμένα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσολοικισμόςσολοικισμοί
Γενικήσολοικισμούσολοικισμών
Αιτιατικήσολοικισμόσολοικισμούς
Κλητικήσολοικισμέσολοικισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →