Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σόλοικος

/ˈso.li.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιολανθασμένος (για ό,τι αφορά τη χρήση της γλώσσας, κυρίως συντακτικά) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανάρμοστος, άπρεπος Βικιλεξικό
    • αυτό που έκανες ήταν πολύ σόλοικο

Ετυμολογία

σόλοικος < αρχαία ελληνική σόλοικος < Σόλοι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσόλοικοςσόλοικησόλοικο
Γενικήσόλοικουσόλοικηςσόλοικου
Αιτιατικήσόλοικοσόλοικησόλοικο
Κλητικήσόλοικεσόλοικησόλοικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσόλοικοισόλοικεςσόλοικα
Γενικήσόλοικωνσόλοικωνσόλοικων
Αιτιατικήσόλοικουςσόλοικεςσόλοικα
Κλητικήσόλοικοισόλοικεςσόλοικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →