σόλοικος
•
- λόγιολανθασμένος (για ό,τι αφορά τη χρήση της γλώσσας, κυρίως συντακτικά) Βικιλεξικό
- μεταφορικάανάρμοστος, άπρεπος Βικιλεξικό
- αυτό που έκανες ήταν πολύ σόλοικο
Ετυμολογία
σόλοικος < αρχαία ελληνική σόλοικος < Σόλοι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σόλοικος | σόλοικη | σόλοικο |
| Γενική | σόλοικου | σόλοικης | σόλοικου |
| Αιτιατική | σόλοικο | σόλοικη | σόλοικο |
| Κλητική | σόλοικε | σόλοικη | σόλοικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σόλοικοι | σόλοικες | σόλοικα |
| Γενική | σόλοικων | σόλοικων | σόλοικων |
| Αιτιατική | σόλοικους | σόλοικες | σόλοικα |
| Κλητική | σόλοικοι | σόλοικες | σόλοικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →