σοσιαλίζω
•
- πραγματοποιώ σοσιαλιστικές κινήσεις, μεθόδους, πολιτικές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοσιαλίζω < (αναδρομικός σχηματισμός) σοσιαλ(ισμός) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σοσιαλίζω | σοσιαλίζεις | σοσιαλίζει | σοσιαλίζουμε | σοσιαλίζετε | σοσιαλίζουν / σοσιαλίζουνε |
| Παρατατικός | σοσιάλιζα | σοσιάλιζες | σοσιάλιζε | σοσιαλίζαμε | σοσιαλίζατε | σοσιάλιζαν / σοσιαλίζαν / σοσιαλίζανε |
| Αόριστος | σοσιάλισα | σοσιάλισες | σοσιάλισε | σοσιαλίσαμε | σοσιαλίσατε | σοσιάλισαν / σοσιαλίσαν / σοσιαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα σοσιαλίζω / θα σοσιαλίσω | θα σοσιαλίζεις / θα σοσιαλίσεις | θα σοσιαλίζει / θα σοσιαλίσει | θα σοσιαλίζουμε / θα σοσιαλίσουμε | θα σοσιαλίζετε / θα σοσιαλίσετε | θα σοσιαλίζουν / θα σοσιαλίζουνε / θα σοσιαλίσουν / θα σοσιαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σοσιαλίσει | έχεις σοσιαλίσει | έχει σοσιαλίσει | έχουμε σοσιαλίσει | έχετε σοσιαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σοσιαλίσει | είχες σοσιαλίσει | είχε σοσιαλίσει | είχαμε σοσιαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σοσιαλίσει / να σοσιαλίζω / να σοσιαλίσω | να έχεις σοσιαλίσει / να σοσιαλίζεις / να σοσιαλίσεις | να έχει σοσιαλίσει / να σοσιαλίζει / να σοσιαλίσει | να έχουμε σοσιαλίσει / να σοσιαλίζουμε / να σοσιαλίσουμε | να έχετε σοσιαλίσει / να σοσιαλίζετε / να σοσιαλίσετε | να σοσιαλίζουν / να σοσιαλίζουνε / να σοσιαλίσουν / να σοσιαλίσουνε |
| Προστακτική | — | σοσιάλιζε / σοσιάλισε | — | — | σοσιαλίζετε / σοσιαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →