σουβλίζω
•
- περνάω μία σούβλα κατά μήκος ενός σφάγιου για να το ψήσω Βικιλεξικό
- ψήνω ένα σφάγιο στη σούβλα Βικιλεξικό
- ανασκολοπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουβλίζω < μεσαιωνική ελληνική < σούβλα + -ίζω Ενεργητική φωνή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουβλίζω | σουβλίζεις | σουβλίζει | σουβλίζουμε | σουβλίζετε | σουβλίζουν / σουβλίζουνε |
| Παρατατικός | σούβλιζα | σούβλιζες | σούβλιζε | σουβλίζαμε | σουβλίζατε | σουβλίζαν / σουβλίζανε / σούβλιζαν |
| Αόριστος | σούβλισα | σούβλισες | σούβλισε | σουβλίσαμε | σουβλίσατε | σουβλίσαν / σουβλίσανε / σούβλισαν |
| Μέλλοντας | θα σουβλίζω / θα σουβλίσω | θα σουβλίζεις / θα σουβλίσεις | θα σουβλίζει / θα σουβλίσει | θα σουβλίζουμε / θα σουβλίσουμε | θα σουβλίζετε / θα σουβλίσετε | θα σουβλίζουν / θα σουβλίζουνε / θα σουβλίσουν / θα σουβλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σουβλίσει | έχεις σουβλίσει | έχει σουβλίσει | έχουμε σουβλίσει | έχετε σουβλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σουβλίσει | είχες σουβλίσει | είχε σουβλίσει | είχαμε σουβλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουβλίσει / να σουβλίζω / να σουβλίσω | να έχεις σουβλίσει / να σουβλίζεις / να σουβλίσεις | να έχει σουβλίσει / να σουβλίζει / να σουβλίσει | να έχουμε σουβλίσει / να σουβλίζουμε / να σουβλίσουμε | να έχετε σουβλίσει / να σουβλίζετε / να σουβλίσετε | να σουβλίζουν / να σουβλίζουνε / να σουβλίσουν / να σουβλίσουνε |
| Προστακτική | — | σούβλιζε / σούβλισε | — | — | σουβλίζετε / σουβλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →