σούβλα
•
- μεταλλικό (ή ξύλινο) επίμηκες εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου ψήνονται διάφορα σουβλιστά φαγητά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σούβλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σούβλα < λατινική subula < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sūdʰlā < *sū- + *-dʰlā, συγγενές με το (λατινικά) suo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σούβλα | σούβλες |
| Γενική | σούβλας | σουβλών |
| Αιτιατική | σούβλα | σούβλες |
| Κλητική | σούβλα | σούβλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →