σουλατσαδόρος
•
- λαϊκότροποάνθρωπος άεργος που τριγυρίζει άσκοπα εδώ κι εκεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουλατσαδόρος < σουλατσ(άρω) + -αδόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουλατσαδόρος | σουλατσαδόροι |
| Γενική | σουλατσαδόρου | σουλατσαδόρων |
| Αιτιατική | σουλατσαδόρο | σουλατσαδόρους |
| Κλητική | σουλατσαδόρε | σουλατσαδόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →