σουσάμι
•
- τρόφιμοο μικρός σπόρος της σουσαμιάς, βασικό συστατικό του ταχινιού και του παστελιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουσάμι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σησάμιον < αρχαία ελληνική σήσαμον < αραμαϊκή שושמא (šūššmā) < שומשומא (šumššumā) < ακκαδική (šamaššammū) < (šaman: λάδι) + (šammu: δέντρο). Κατ' άλλη άποψη από την (άμεσο δάνειο) τουρκική susam < αραβική سمسم (simsim), συγγενικής προέλευσης με την ελληνική σήσαμον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουσάμι | σουσάμια |
| Γενική | σουσαμιού | σουσαμιών |
| Αιτιατική | σουσάμι | σουσάμια |
| Κλητική | σουσάμι | σουσάμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →