Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουσάμι

/suˈsa.mi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τρόφιμοο μικρός σπόρος της σουσαμιάς, βασικό συστατικό του ταχινιού και του παστελιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σουσάμι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σησάμιον < αρχαία ελληνική σήσαμον < αραμαϊκή שושמא (šūššmā) < שומשומא (šumššumā) < ακκαδική (šamaššammū) < (šaman: λάδι) + (šammu: δέντρο). Κατ' άλλη άποψη από την (άμεσο δάνειο) τουρκική susam < αραβική سمسم (simsim), συγγενικής προέλευσης με την ελληνική σήσαμον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσουσάμισουσάμια
Γενικήσουσαμιούσουσαμιών
Αιτιατικήσουσάμισουσάμια
Κλητικήσουσάμισουσάμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →