Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουσαμάτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει φτιαχτεί με σουσάμι ή έχει πασπαλιστείμε σουσάμι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σουσαμάτος < μεσαιωνική ελληνική σησαμάτος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική σήσαμον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουσαμάτοςσουσαμάτή / σουσαμάτησουσαμάτο
Γενικήσουσαμάτουσουσαμάτηςσουσαμάτου
Αιτιατικήσουσαμάτοσουσαμάτησουσαμάτο
Κλητικήσουσαμάτεσουσαμάτησουσαμάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουσαμάτοισουσαμάτεςσουσαμάτα
Γενικήσουσαμάτωνσουσαμάτωνσουσαμάτων
Αιτιατικήσουσαμάτουςσουσαμάτεςσουσαμάτα
Κλητικήσουσαμάτοισουσαμάτεςσουσαμάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →