σουσούρισμα
•
- σπάνιοθρόισμα, σούσουρο Βικιλεξικό
- Και από μακριά ο μονότονος ήχος της ανακατώνουνταν με κάτι σαν το σουσούρισμα του αερακιού ανάμεσα στα καλάμια. Σφιχταγκαλιασμένα ακροάζουνταν τ' αγόρια … Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου books.google
- Ακούστηκαν πίσω του γυναίκειες μιλιὲς ' κι ἀχνὸ σουσούρισμα ἀπὸ μετάξι (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, (Ελευτερία ή Θάνατος), [μυθιστόρημα], 1953, εκδ. Ν. Καζαντζάκη, σελ. 34)
Ετυμολογία
σουσούρισμα < (σουσουρίζω) σουσουρισ- + -μα < σούσουρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουσούρισμα | σουσουρίσματα |
| Γενική | σουσουρίσματος | σουσουρισμάτων |
| Αιτιατική | σουσούρισμα | σουσουρίσματα |
| Κλητική | σουσούρισμα | σουσουρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →