φτεροσουσούρισμα
•
- σπάνιοελαφρός ήχος φτεροκοπήματος Βικιλεξικό
- από τ᾽ ανάλαφρο του κουνουπιού ξυπνούσα φτεροσουσούρισμα
Ετυμολογία
φτεροσουσούρισμα < φτερ(ό) + -ο- + σουσούρισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτεροσουσούρισμα | φτεροσουσουρίσματα |
| Γενική | φτεροσουσουρίσματος | φτεροσουσουρισμάτων |
| Αιτιατική | φτεροσουσούρισμα | φτεροσουσουρίσματα |
| Κλητική | φτεροσουσούρισμα | φτεροσουσουρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →