Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτεροσουσούρισμα

/fte.ɾo.suˈsu.ɾi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σπάνιοελαφρός ήχος φτεροκοπήματος Βικιλεξικό
    • από τ᾽ ανάλαφρο του κουνουπιού ξυπνούσα φτεροσουσούρισμα

Ετυμολογία

φτεροσουσούρισμα < φτερ(ό) + -ο- + σουσούρισμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφτεροσουσούρισμαφτεροσουσουρίσματα
Γενικήφτεροσουσουρίσματοςφτεροσουσουρισμάτων
Αιτιατικήφτεροσουσούρισμαφτεροσουσουρίσματα
Κλητικήφτεροσουσούρισμαφτεροσουσουρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →