σουφρώνω
•
- συγκεντρώνω/συσφίγγω κάτι (βιολογικό όργανο/μέλος, δέρμα/ύφασμα [πχ τσάντας]) με αποτέλεσμα να δημιουργείται επιφανειακή χαλαρότητα και ζάρες/σούρες· (συχνά το σούφρωμα περιορίζει/κλείνει ένα άνοιγμα/μία είσοδο/οπή· χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο/χωρίς να αποτελεί μοναδική εκδοχή χρήσης του όρου) Βικιλεξικό
- δημιουργώ σε κάτι σούρες, ζάρες, ρυτίδες, πτυχές κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάχάνω το σφρίγος και την ακμή μου Βικιλεξικό
- κλέβω ή αρπάζω κάτι χωρίς να με δουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουφρώνω < σούφρ(α) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουφρώνω | σουφρώνεις | σουφρώνει | σουφρώνουμε | σουφρώνετε | σουφρώνουν / σουφρώνουνε |
| Παρατατικός | σούφρωνα | σούφρωνες | σούφρωνε | σουφρώναμε | σουφρώνατε | σουφρώναν / σουφρώνανε / σούφρωναν |
| Αόριστος | σούφρωσα | σούφρωσες | σούφρωσε | σουφρώσαμε | σουφρώσατε | σουφρώσαν / σουφρώσανε / σούφρωσαν |
| Μέλλοντας | θα σουφρώνω / θα σουφρώσω | θα σουφρώνεις / θα σουφρώσεις | θα σουφρώνει / θα σουφρώσει | θα σουφρώνουμε / θα σουφρώσουμε | θα σουφρώνετε / θα σουφρώσετε | θα σουφρώνουν / θα σουφρώνουνε / θα σουφρώσουν / θα σουφρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σουφρώσει | έχεις σουφρώσει | έχει σουφρώσει | έχουμε σουφρώσει | έχετε σουφρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σουφρώσει | είχες σουφρώσει | είχε σουφρώσει | είχαμε σουφρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουφρώσει / να σουφρώνω / να σουφρώσω | να έχεις σουφρώσει / να σουφρώνεις / να σουφρώσεις | να έχει σουφρώσει / να σουφρώνει / να σουφρώσει | να έχουμε σουφρώσει / να σουφρώνουμε / να σουφρώσουμε | να έχετε σουφρώσει / να σουφρώνετε / να σουφρώσετε | να σουφρώνουν / να σουφρώνουνε / να σουφρώσουν / να σουφρώσουνε |
| Προστακτική | — | σούφρωνε / σούφρωσε | — | — | σουφρώνετε / σουφρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →