σοφολογιότατος
•
- παρωχημένοπου είναι σοφός και λόγιος Βικιλεξικό
- ειρωνικόπου τον διακρίνει σχολαστικισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοφολογιότατος < σοφός + -ο- + λογιότατος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σοφολογιότατος | σοφολογιότατη | σοφολογιότατο |
| Γενική | σοφολογιότατου | σοφολογιότατης | σοφολογιότατου |
| Αιτιατική | σοφολογιότατο | σοφολογιότατη | σοφολογιότατο |
| Κλητική | σοφολογιότατε | σοφολογιότατη | σοφολογιότατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σοφολογιότατοι | σοφολογιότατες | σοφολογιότατα |
| Γενική | σοφολογιότατων | σοφολογιότατων | σοφολογιότατων |
| Αιτιατική | σοφολογιότατους | σοφολογιότατες | σοφολογιότατα |
| Κλητική | σοφολογιότατοι | σοφολογιότατες | σοφολογιότατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →