σούρτης
•
- λαϊκότροποο σύρτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σούρτης < σύρτης με τροπή [i] > [u] λόγω της παρουσίας τού [ɾ] (→ δείτε και τη λέξη σούρνω < σύρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σούρτης | σούρτες |
| Γενική | σούρτη | σουρτών |
| Αιτιατική | σούρτη | σούρτες |
| Κλητική | σούρτη | σούρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →