σούφρα
•
- πτυχή που έχει δημιουργηθεί από δίπλωμα ή ζάρωμα σε ύφασμα ή δέρμα Βικιλεξικό
- λαϊκότροποο πρωκτός και ειδικότερα το τμήμα που αποτελεί τον σφιγκτήρα, η κωλοτρυπίδα Βικιλεξικό
- λαϊκότροποη μεγάλη εύνοια της τύχης Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτο κλέψιμο Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτο κλοπιμαίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σούφρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σούφρα < υστερολατινική *sup(p)la β μηχανικός εμπορικού ναυτικού (γονυκλισία) < λατινική supplicare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος supplico (εκλιπαρώ, ικετεύω) < sub + plico (διπλώνω, κάμπτω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleḱ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σούφρα | σούφρες |
| Γενική | σούφρας | — |
| Αιτιατική | σούφρα | σούφρες |
| Κλητική | σούφρα | σούφρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →