σπέτζα
•
- ιδιωματικόη πιπεριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπέτζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική spezie < λατινική species < specio < πρωτοϊταλική *spekjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *spéḱyeti < *speḱ- (βλέπω) + *-yeti : σπέτζα < τουρκική ispenğe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπέτζα | σπέτζες |
| Γενική | σπέτζας | σπετζών |
| Αιτιατική | σπέτζα | σπέτζες |
| Κλητική | σπέτζα | σπέτζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →