σπαγκοραμμένος
•
- κυριολεκτικάραμμένος με σπάγκο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολύ τσιγκούνης Βικιλεξικό
- Και το' χε, Θεέ μου , ένας τσιφούτης ... ο Θεός να σε φυλάει. Σχεδόν εβδομηντάρης, σπαγκοραμμένος, κι άκληρος παντελώς το φαντάζεσαι; Να' χε παιδιά, αγγόνια ... να πω, τέλος πάντων ... (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 457)
Ετυμολογία
σπαγκοραμμένος < σπάγκ(ος) + -ο- + ραμμένος
Άλλοι τύποι
σπαγκοραμμένασπαγκοραμμένεσπαγκοραμμένεςσπαγκοραμμένησπαγκοραμμένηςσπαγκοραμμένοσπαγκοραμμένοισπαγκοραμμένοςσπαγκοραμμένουσπαγκοραμμένουςσπαγκοραμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →