Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπαγκοραμμένος

/spaŋ.go.ɾaˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάραμμένος με σπάγκο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπολύ τσιγκούνης Βικιλεξικό
    • Και το' χε, Θεέ μου , ένας τσιφούτης ... ο Θεός να σε φυλάει. Σχεδόν εβδομηντάρης, σπαγκοραμμένος, κι άκληρος παντελώς το φαντάζεσαι; Να' χε παιδιά, αγγόνια ... να πω, τέλος πάντων ... (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 457)

Ετυμολογία

σπαγκοραμμένος < σπάγκ(ος) + -ο- + ραμμένος

Άλλοι τύποι

σπαγκοραμμένασπαγκοραμμένεσπαγκοραμμένεςσπαγκοραμμένησπαγκοραμμένηςσπαγκοραμμένοσπαγκοραμμένοισπαγκοραμμένοςσπαγκοραμμένουσπαγκοραμμένουςσπαγκοραμμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →