σπανάκι
•
- φυτόφυτό που ζει ένα ή δύο χρόνια που καλλιεργείται για τα εδώδιμα φύλλα του, τα οποία έχουν τριγωγικό σχήμα, βαθυπράσινο χρώμα και λεία επιφάνεια και είναι πλούσια σε σίδηρο και βιταμίνες Βικιλεξικό
- λαχανικότα φύλλα αυτού το φυτού που αγοράζονται φρέσκα, κατεψυγμένα ή σε κονσέρβες και τρώγονται μαγειρεμένα ή ωμά σε σαλάτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπανάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπανάκι / σπανάκιον / σπανάκιν < μεσαιωνική λατινική spinachii (> πληθυντικός του spinachium) < αραβική إِسْفَانَاخ (ʔisfānāḵ) < περσική اسپناخ (ispanāx, ispināx)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπανάκι | σπανάκια |
| Γενική | σπανακιού | σπανακιών |
| Αιτιατική | σπανάκι | σπανάκια |
| Κλητική | σπανάκι | σπανάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →