Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπαργάνωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπαργανώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπαργάνωση < ελληνιστική κοινή σπαργάνωσις < αρχαία ελληνική σπαργανόω < σπάργανον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπαργάνωσησπαργανώσεις
Γενικήσπαργάνωσηςσπαργανώσεων
Αιτιατικήσπαργάνωσησπαργανώσεις
Κλητικήσπαργάνωσησπαργανώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →