σπαργάνωση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπαργανώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαργάνωση < ελληνιστική κοινή σπαργάνωσις < αρχαία ελληνική σπαργανόω < σπάργανον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαργάνωση | σπαργανώσεις |
| Γενική | σπαργάνωσης | σπαργανώσεων |
| Αιτιατική | σπαργάνωση | σπαργανώσεις |
| Κλητική | σπαργάνωση | σπαργανώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →