σπασαρχίδας
•
- χυδαίοπου μας τα πρήζει, που μας πρήζει τ' αρχίδια· κυριολεκτικά που σπάει αρχίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπασαρχίδας < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική casse-couilles. Μορφολογικά αναλύεται σε αόριστο θέμα σπασ- του σπάζω + αρχίδ(ια) + -ας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπασαρχίδας | σπασαρχίδες |
| Γενική | σπασαρχίδα | σπασαρχίδων |
| Αιτιατική | σπασαρχίδα | σπασαρχίδες |
| Κλητική | σπασαρχίδα | σπασαρχίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →