Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπασαρχίδας

/spa.saɾˈxi.ðas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χυδαίοπου μας τα πρήζει, που μας πρήζει τ' αρχίδια· κυριολεκτικά που σπάει αρχίδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπασαρχίδας < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική casse-couilles. Μορφολογικά αναλύεται σε αόριστο θέμα σπασ- του σπάζω + αρχίδ(ια) + -ας.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπασαρχίδαςσπασαρχίδες
Γενικήσπασαρχίδασπασαρχίδων
Αιτιατικήσπασαρχίδασπασαρχίδες
Κλητικήσπασαρχίδασπασαρχίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →