σπαστός
•
- που αποτελείται από κομμάτια ή τμήματα που μπορούν ν’ αλλάξουν θέση, να συμπτυχθούν ή αναπτυχθούν αλλά και να επανέλθουν στην αρχική θέση και κατάσταση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου διακόπτεται Βικιλεξικό
- κυματιστός Βικιλεξικό
- σπαστά μαλλιά
- μεταφορικάπου δεν μιλιέται καλά και σωστά, όπως χρησιμοποιούν τη γλώσσα οι όσοι την γνωρίζουν εξ απαλών ονύχων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαστός < σπάζω + -τός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική broken)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαστός | σπαστή | σπαστό |
| Γενική | σπαστού | σπαστής | σπαστού |
| Αιτιατική | σπαστό | σπαστή | σπαστό |
| Κλητική | σπαστέ | σπαστή | σπαστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαστοί | σπαστές | σπαστά |
| Γενική | σπαστών | σπαστών | σπαστών |
| Αιτιατική | σπαστούς | σπαστές | σπαστά |
| Κλητική | σπαστοί | σπαστές | σπαστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →