Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπαστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από κομμάτια ή τμήματα που μπορούν ν’ αλλάξουν θέση, να συμπτυχθούν ή αναπτυχθούν αλλά και να επανέλθουν στην αρχική θέση και κατάσταση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου διακόπτεται Βικιλεξικό
  3. κυματιστός Βικιλεξικό
    • σπαστά μαλλιά
  4. μεταφορικάπου δεν μιλιέται καλά και σωστά, όπως χρησιμοποιούν τη γλώσσα οι όσοι την γνωρίζουν εξ απαλών ονύχων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπαστός < σπάζω + -τός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική broken)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπαστόςσπαστήσπαστό
Γενικήσπαστούσπαστήςσπαστού
Αιτιατικήσπαστόσπαστήσπαστό
Κλητικήσπαστέσπαστήσπαστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπαστοίσπαστέςσπαστά
Γενικήσπαστώνσπαστώνσπαστών
Αιτιατικήσπαστούςσπαστέςσπαστά
Κλητικήσπαστοίσπαστέςσπαστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →