Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπαταλώ

ρήμα
•
  1. ξοδεύω σπάταλα, κάνω σπατάλες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπαταλώ < ελληνιστική κοινή σπαταλάω / σπαταλῶ < σπατάλη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσπαταλάω / σπαταλώσπαταλάςσπαταλά / σπαταλάεισπαταλάμε / σπαταλούμεσπαταλάτεσπαταλάν / σπαταλάνε / σπαταλούν / σπαταλούνε
Παρατατικόςσπαταλούσασπαταλούσεςσπαταλούσεσπαταλούσαμεσπαταλούσατεσπαταλούσαν / σπαταλούσανε
Αόριστοςσπατάλησασπατάλησεςσπατάλησεσπαταλήσαμεσπαταλήσατεσπατάλησαν / σπαταλήσαν / σπαταλήσανε
Μέλλονταςθα σπαταλάω / θα σπαταλήσω / θα σπαταλώθα σπαταλάς / θα σπαταλήσειςθα σπαταλά / θα σπαταλάει / θα σπαταλήσειθα σπαταλάμε / θα σπαταλήσουμε / θα σπαταλούμεθα σπαταλάτε / θα σπαταλήσετεθα σπαταλάν / θα σπαταλάνε / θα σπαταλήσουν / θα σπαταλήσουνε / θα σπαταλούν / θα σπαταλούνε
Παρακείμενοςέχω σπαταλήσειέχεις σπαταλήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα σπαταλήσει—————
Υποτακτικήνα έχω σπαταλήσει / να σπαταλάω / να σπαταλήσω / να σπαταλώνα έχεις σπαταλήσει / να σπαταλάς / να σπαταλήσειςνα σπαταλά / να σπαταλάει / να σπαταλήσεινα σπαταλάμε / να σπαταλήσουμε / να σπαταλούμενα σπαταλάτε / να σπαταλήσετενα σπαταλάν / να σπαταλάνε / να σπαταλήσουν / να σπαταλήσουνε / να σπαταλούν / να σπαταλούνε
Προστακτική—σπατάλα / σπατάλαγε / σπατάλησε——σπαταλάτε / σπαταλήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →