Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπατάλη

/spaˈtali/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δαπάνη πόρων ή χρημάτων πέρα από το αναγκαίο, ειδικά όταν αυτά είναι περιορισμένα Βικιλεξικό
    • με τις σπατάλες της για δικό της όφελος η κυβέρνηση έφερε την οικονομία στα όριά της

Ετυμολογία

σπατάλη < ελληνιστική κοινή σπατάλη < προελληνική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπατάλησπατάλες
Γενικήσπατάληςσπαταλών
Αιτιατικήσπατάλησπατάλες
Κλητικήσπατάλησπατάλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →