σπατάλη
•
- δαπάνη πόρων ή χρημάτων πέρα από το αναγκαίο, ειδικά όταν αυτά είναι περιορισμένα Βικιλεξικό
- με τις σπατάλες της για δικό της όφελος η κυβέρνηση έφερε την οικονομία στα όριά της
Ετυμολογία
σπατάλη < ελληνιστική κοινή σπατάλη < προελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπατάλη | σπατάλες |
| Γενική | σπατάλης | σπαταλών |
| Αιτιατική | σπατάλη | σπατάλες |
| Κλητική | σπατάλη | σπατάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →