σπερμολογία
•
- λόγιοη διάδοση (ανυπόστατων ή ψευδών) διαδόσεων ή φημών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπερμολογία < (ελληνιστική κοινή) < σπερμολόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπερμολογία | σπερμολογίες |
| Γενική | σπερμολογίας | σπερμολογιών |
| Αιτιατική | σπερμολογία | σπερμολογίες |
| Κλητική | σπερμολογία | σπερμολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →