σπερμολογώ
•
- λόγιοδιαδίδω (ανυπόστατες ή ψευδείς), διαδόσεις ή φήμες, κουτσομπολεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπερμολογώ < (ελληνιστική κοινή) / σπερμολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπερμολογώ | σπερμολογείς | σπερμολογεί | σπερμολογούμε | σπερμολογείτε | σπερμολογούν / σπερμολογούνε |
| Παρατατικός | σπερμολογούσα | σπερμολογούσες | σπερμολογούσε | σπερμολογούσαμε | σπερμολογούσατε | σπερμολογούσαν / σπερμολογούσανε |
| Αόριστος | σπερμολόγησα | σπερμολόγησες | σπερμολόγησε | σπερμολογήσαμε | σπερμολογήσατε | σπερμολογήσαν / σπερμολογήσανε / σπερμολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα σπερμολογήσω / θα σπερμολογώ | θα σπερμολογήσεις / θα σπερμολογείς | θα σπερμολογήσει / θα σπερμολογεί | θα σπερμολογήσουμε / θα σπερμολογούμε | θα σπερμολογήσετε / θα σπερμολογείτε | θα σπερμολογήσουν / θα σπερμολογήσουνε / θα σπερμολογούν / θα σπερμολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω σπερμολογήσει | έχεις σπερμολογήσει | έχει σπερμολογήσει | έχουμε σπερμολογήσει | έχετε σπερμολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπερμολογήσει | είχες σπερμολογήσει | είχε σπερμολογήσει | είχαμε σπερμολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπερμολογήσει / να σπερμολογήσω / να σπερμολογώ | να έχεις σπερμολογήσει / να σπερμολογήσεις / να σπερμολογείς | να έχει σπερμολογήσει / να σπερμολογήσει / να σπερμολογεί | να έχουμε σπερμολογήσει / να σπερμολογήσουμε / να σπερμολογούμε | να έχετε σπερμολογήσει / να σπερμολογήσετε / να σπερμολογείτε | να σπερμολογήσουν / να σπερμολογήσουνε / να σπερμολογούν / να σπερμολογούνε |
| Προστακτική | — | σπερμολόγει / σπερμολόγησε | — | — | σπερμολογήστε / σπερμολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →