σπιλώνω
•
- λόγιοσυκοφαντώ κάποιον και προσπαθώ να τον μειώσω ηθικά ή να τον εξοντώσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπιλώνω < ελληνιστική κοινή σπιλῶ / σπιλόω < αρχαία ελληνική σπίλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπιλώνω | σπιλώνεις | σπιλώνει | σπιλώνουμε | σπιλώνετε | σπιλώνουν / σπιλώνουνε |
| Παρατατικός | σπίλωνα | σπίλωνες | σπίλωνε | σπιλώναμε | σπιλώνατε | σπίλωναν / σπιλώναν / σπιλώνανε |
| Αόριστος | σπίλωσα | σπίλωσες | σπίλωσε | σπιλώσαμε | σπιλώσατε | σπίλωσαν / σπιλώσαν / σπιλώσανε |
| Μέλλοντας | θα σπιλώνω / θα σπιλώσω | θα σπιλώνεις / θα σπιλώσεις | θα σπιλώνει / θα σπιλώσει | θα σπιλώνουμε / θα σπιλώσουμε | θα σπιλώνετε / θα σπιλώσετε | θα σπιλώνουν / θα σπιλώνουνε / θα σπιλώσουν / θα σπιλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σπιλώσει | έχεις σπιλώσει | έχει σπιλώσει | έχουμε σπιλώσει | έχετε σπιλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπιλώσει | είχες σπιλώσει | είχε σπιλώσει | είχαμε σπιλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπιλώσει / να σπιλώνω / να σπιλώσω | να έχεις σπιλώσει / να σπιλώνεις / να σπιλώσεις | να έχει σπιλώσει / να σπιλώνει / να σπιλώσει | να έχουμε σπιλώσει / να σπιλώνουμε / να σπιλώσουμε | να έχετε σπιλώσει / να σπιλώνετε / να σπιλώσετε | να σπιλώνουν / να σπιλώνουνε / να σπιλώσουν / να σπιλώσουνε |
| Προστακτική | — | σπίλωνε / σπίλωσε | — | — | σπιλώνετε / σπιλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →