κατασπιλώνω
•
- σπιλώνω κάτι σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασπιλώνω < μεσαιωνική ελληνική κατασπιλώνω < ελληνιστική κοινή κατασπιλόω / κατασπιλῶ < αρχαία ελληνική σπίλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασπιλώνω | κατασπιλώνεις | κατασπιλώνει | κατασπιλώνουμε | κατασπιλώνετε | κατασπιλώνουν / κατασπιλώνουνε |
| Παρατατικός | κατασπίλωνα | κατασπίλωνες | κατασπίλωνε | κατασπιλώναμε | κατασπιλώνατε | κατασπίλωναν / κατασπιλώναν / κατασπιλώνανε |
| Αόριστος | κατασπίλωσα | κατασπίλωσες | κατασπίλωσε | κατασπιλώσαμε | κατασπιλώσατε | κατασπίλωσαν / κατασπιλώσαν / κατασπιλώσανε |
| Μέλλοντας | θα κατασπιλώνω / θα κατασπιλώσω | θα κατασπιλώνεις / θα κατασπιλώσεις | θα κατασπιλώνει / θα κατασπιλώσει | θα κατασπιλώνουμε / θα κατασπιλώσουμε | θα κατασπιλώνετε / θα κατασπιλώσετε | θα κατασπιλώνουν / θα κατασπιλώνουνε / θα κατασπιλώσουν / θα κατασπιλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασπιλώσει | έχεις κατασπιλώσει | έχει κατασπιλώσει | έχουμε κατασπιλώσει | έχετε κατασπιλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασπιλώσει | είχες κατασπιλώσει | είχε κατασπιλώσει | είχαμε κατασπιλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασπιλώσει / να κατασπιλώνω / να κατασπιλώσω | να έχεις κατασπιλώσει / να κατασπιλώνεις / να κατασπιλώσεις | να έχει κατασπιλώσει / να κατασπιλώνει / να κατασπιλώσει | να έχουμε κατασπιλώσει / να κατασπιλώνουμε / να κατασπιλώσουμε | να έχετε κατασπιλώσει / να κατασπιλώνετε / να κατασπιλώσετε | να κατασπιλώνουν / να κατασπιλώνουνε / να κατασπιλώσουν / να κατασπιλώσουνε |
| Προστακτική | — | κατασπίλωνε / κατασπίλωσε | — | — | κατασπιλώνετε / κατασπιλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →