σπινθηρογράφημα
•
- ιατρικήδιαγνωστική μέθοδος με δισδιάστατη απεικόνιση ανθρώπινων οργάνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπινθηρογράφημα (νεολογισμός) < σπινθήρ(ας) + -ο- + γράφημα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική scintigram)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπινθηρογράφημα | σπινθηρογραφήματα |
| Γενική | σπινθηρογραφήματος | σπινθηρογραφημάτων |
| Αιτιατική | σπινθηρογράφημα | σπινθηρογραφήματα |
| Κλητική | σπινθηρογράφημα | σπινθηρογραφήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →