Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπιτικός

/spi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το σπίτι Βικιλεξικό
  2. που φτιάχνεται στο σπίτι Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοσπιτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπιτικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπιτικός < μεσαιωνική ελληνική ὁσπιτικός με αποβολή του αρχικού φωνήεντος από συμπροφορά του με το άρθρο < ὁσπίτ(ιν) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπιτικόςσπιτική / σπιτικιάσπιτικό
Γενικήσπιτικούσπιτικής / σπιτικιάςσπιτικού
Αιτιατικήσπιτικόσπιτική / σπιτικιάσπιτικό
Κλητικήσπιτικέσπιτική / σπιτικιάσπιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπιτικοίσπιτικέςσπιτικά
Γενικήσπιτικώνσπιτικώνσπιτικών
Αιτιατικήσπιτικούςσπιτικέςσπιτικά
Κλητικήσπιτικοίσπιτικέςσπιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →