Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπίτι

/ˈspi.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κτίριο που προορίζεται για ιδιωτική κατοίκηση Βικιλεξικό
    • Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)
  2. το κτίριο ή το διαμέρισμα που αποτελεί την κατοικία ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας Βικιλεξικό
  3. το εσωτερικό μιας κατοικίας μαζί με την επίπλωση Βικιλεξικό
  4. η οικογένεια, οι οικογενειακές σχέσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπίτι ήδη από τον 5ο αιώνα < μεσαιωνική ελληνική σπίτιν < μεσαιωνική ελληνική ὁσπίτιν < ελληνιστική κοινή ὁσπίτιον < λατινική hospitium < hospes

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπίτισπίτια
Γενικήσπιτιούσπιτιών
Αιτιατικήσπίτισπίτια
Κλητικήσπίτισπίτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →