σπίτι
•
- κτίριο που προορίζεται για ιδιωτική κατοίκηση Βικιλεξικό
- Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)
- το κτίριο ή το διαμέρισμα που αποτελεί την κατοικία ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας Βικιλεξικό
- το εσωτερικό μιας κατοικίας μαζί με την επίπλωση Βικιλεξικό
- η οικογένεια, οι οικογενειακές σχέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπίτι ήδη από τον 5ο αιώνα < μεσαιωνική ελληνική σπίτιν < μεσαιωνική ελληνική ὁσπίτιν < ελληνιστική κοινή ὁσπίτιον < λατινική hospitium < hospes
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπίτι | σπίτια |
| Γενική | σπιτιού | σπιτιών |
| Αιτιατική | σπίτι | σπίτια |
| Κλητική | σπίτι | σπίτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →